---
title: "MLC English Easy-Peasy | Vocabulary B1 | Unit 9 “go”"
url: https://mlcathens.gr/mlc-english-easy-peasy/mlc-english-easy-peasy-vocabulary-b1-unit-9-go
description: "Μάθε Εύκολα Λεξιλόγιο – Μέτριο Επίπεδο Β1 – Unit 9 Μάθε πώς χρησιμοποιούμε το go σε καθημερινές εκφράσεις και collocations του Unit 9 και εξασκήσου…"
image: https://mlcathens.gr/wp-content/uploads/2026/10/4a5d594c-a4d4-4750-af9a-a39dbbdf21bf.png
published: 2026-10-17T08:40:37+03:00
modified: 2026-10-17T08:40:37+03:00
---

# MLC English Easy-Peasy | Vocabulary B1 | Unit 9 “go”

> Μάθε Εύκολα Λεξιλόγιο – Μέτριο Επίπεδο Β1 – Unit 9 Μάθε πώς χρησιμοποιούμε το go σε καθημερινές εκφράσεις και collocations του Unit 9 και εξασκήσου…

MLC Αγγλικά για Ενήλικες – English Easy Peasy

Μάθε Εύκολα Λεξιλόγιο – Μέτριο Επίπεδο Β1 – Unit 9

## Go

Μάθε πώς χρησιμοποιούμε το **go** σε καθημερινές εκφράσεις και collocations του Unit 9 και εξασκήσου με **20 ασκήσεις**.

📘 Θεωρία · ✍️ Εξάσκηση: GO

1 · Θεωρία

2 · Εξάσκηση

3 · Αποτελέσματα

## 1. Σύντομη Παρουσίαση Θεωρίας

Το **go** σημαίνει συνήθως «πηγαίνω», αλλά εμφανίζεται και σε εκφράσεις για δραστηριότητες, αλλαγές και συνέχεια. Σύγκρινε: *go home* = «πηγαίνω σπίτι», *go swimming* = «πηγαίνω για κολύμπι» και *go wrong* = «πηγαίνω στραβά».

### GO · Καθημερινότητα και προορισμοί

Για το πού πηγαίνουμε και για καθημερινές συνήθειες.

- **go home** — πηγαίνω / επιστρέφω στο σπίτι
- **go to work** — πηγαίνω στη δουλειά
- **go to bed** — πηγαίνω για ύπνο / στο κρεβάτι
- **go to sleep** — αποκοιμιέμαι
- **go abroad** — πηγαίνω στο εξωτερικό

### GO · Δραστηριότητες και ελεύθερος χρόνος

Για αγορές, άσκηση, βόλτες και ταξίδια.

- **go shopping** — πηγαίνω για ψώνια
- **go swimming** — πηγαίνω για κολύμπι
- **go for a walk** — πηγαίνω μια βόλτα με τα πόδια
- **go on holiday** — πηγαίνω διακοπές
- **go on a trip** — πηγαίνω εκδρομή / ταξίδι

### GO · Καταστάσεις και εξέλιξη

Για αλλαγές και για το πώς εξελίσσεται κάτι.

- **go wrong** — πηγαίνω στραβά / δεν εξελίσσομαι όπως πρέπει
- **go bad** — χαλάω / αλλοιώνομαι, π.χ. για τρόφιμα
- **go missing** — χάνομαι / εξαφανίζομαι
- **go well** — πηγαίνω καλά / εξελίσσομαι επιτυχημένα
- **go quiet** — σωπαίνω / σταματώ να μιλώ ή να κάνω θόρυβο

### GO · Έξοδος, επιστροφή και συνέχεια

Για απλές καθημερινές κινήσεις και ενθάρρυνση.

- **go out** — βγαίνω έξω, π.χ. για φαγητό ή διασκέδαση
- **go back** — επιστρέφω / πηγαίνω πίσω
- **go on** — συνεχίζω
- **go ahead** — προχωρώ / ξεκινώ, συχνά με άδεια ή ενθάρρυνση
- **go for it** — το τολμώ / κάνω την προσπάθεια

**🇬🇷 GR · Εξήγηση**

**Tip στα ελληνικά**Δεν βάζουμε πάντα *to* μετά το *go*. Λέμε *go to work* και *go to bed*, αλλά *go home* και *go abroad*. Επίσης, *go to bed* σημαίνει πηγαίνω στο κρεβάτι για να κοιμηθώ, ενώ *go to sleep* σημαίνει αποκοιμιέμαι — δεν είναι ακριβώς το ίδιο.

**Παράδειγμα:** *We went for a walk after work and then went home.* — Πήγαμε μια βόλτα με τα πόδια μετά τη δουλειά και έπειτα επιστρέψαμε σπίτι.

## 💬✨ Χρήσιμη Συμβουλή · Smart TIP

Σκέψου το **go** μέσα σε ολόκληρες φράσεις: *go home*, *go shopping*, *go for a walk*, *go on holiday*.

### Χρήσιμη Συμβουλή: μάθε το GO μαζί με τις λέξεις που ακολουθούν

**go** to work · home · shopping · for a walk · on holiday

Για πολλές δραστηριότητες αναψυχής χρησιμοποιούμε **go + -ing**: *go swimming*, *go shopping*. Μάθε ξεχωριστά τις φράσεις **go for a walk** και **go on a trip**, μαζί με την πρόθεσή τους.

**🇬🇷 GR · Εξήγηση**

**Πώς να το θυμάσαι**Οι βασικές μορφές είναι *go – went – gone*. Πρόσεξε και τη διαφορά: *She has gone to London.* = έχει πάει στο Λονδίνο και δεν έχει επιστρέψει ακόμη· *She has been to London.* = έχει επισκεφθεί το Λονδίνο και έχει επιστρέψει.

## ⚠️ Common Mistakes

Πρόσεξε τις φράσεις που συχνά μεταφράζονται κατά λέξη από τα ελληνικά.

- 🏠I go to home after work. → I go home after work.
  Στη φράση *go home* δεν βάζουμε *to* πριν από το *home*.
- 🛍️We go to shopping on Saturdays. → We go shopping on Saturdays.
  Η έκφραση είναι *go shopping*: *go* + δραστηριότητα σε *-ing*, χωρίς *to*.
- 👤She go to work by bus. → She goes to work by bus.
  Στον ενεστώτα, με *he / she / it*, λέμε *goes*.
- ⏮️Did you went out last night? → Did you go out last night?
  Μετά το βοηθητικό *did*, χρησιμοποιούμε τη βασική μορφή *go*.
- ✅He has went abroad. → He has gone abroad.
  Μετά το *has / have* χρησιμοποιούμε το past participle *gone*, όχι τον αόριστο *went*.

## 📊 Cambridge English Corpus · Πόσο συχνά χρησιμοποιείται το GO;

Στη λίστα *The Top 500 Spoken Words* του Cambridge English Corpus, η λέξη **go** βρίσκεται στη θέση **#58** ανάμεσα στις 500 συχνότερες λέξεις της προφορικής βορειοαμερικανικής αγγλικής. Η λίστα βασίζεται σε δείγμα 4,5 εκατομμυρίων λέξεων συνομιλίας.

**GO · #58** στη λίστα των 500 συχνότερων λέξεων · στην πρώτη ζώνη κατάταξης, 1–100.

1–100
GO #58101–200201–300301–400401–500

Η μπάρα δείχνει τη ζώνη κατάταξης, όχι ποσοστό χρήσης. Η συγκεκριμένη κατάταξη αφορά τη λέξη *go* στη λίστα του Cambridge English Corpus, όχι το σύνολο όλων των μορφών του ρήματος.

## 2. Εξάσκηση · GO

Συμπλήρωσε τη σωστή έκφραση ή μορφή του *go*. Διάλεξε την απάντηση που ταιριάζει στη σημασία και στη γραμματική της πρότασης. Διάλεξε μία επιλογή σε κάθε ερώτηση και πάτησε «Έλεγχος απαντήσεων». Θα δεις όλες τις λύσεις και τις εξηγήσεις στα αγγλικά και στα ελληνικά, ακόμη κι αν έχεις αφήσει ερωτήσεις κενές. Για νέα προσπάθεια πάτησε «Ξεκίνα ξανά».

⏱ Χρόνος προσπάθειας

**00:00**

1η προσπάθεια · στόχος 10:00

**Για καλύτερη εμπέδωση, κάνε την άσκηση 3 φορές:**

1η φορά: 10 λεπτά · 2η φορά: 5 λεπτά · 3η φορά: 2 λεπτά

Ο χρόνος ξεκινά με την πρώτη απάντηση. Οι χρόνοι είναι στόχοι, όχι όριο.

Η πρόοδός σου

0 / 20 ερωτήσεις

Χρόνος: 00:00

## 3. Η φράση που αξίζει να θυμάσαι · “Go for it!”

Μια μικρή φράση για την ώρα που χρειάζεσαι λίγη ενθάρρυνση: **go for it!** — τόλμησέ το / κάνε την προσπάθεια!

**Το επόμενο βήμα είναι δικό σου:** *You don’t need perfect English to start a conversation. Go for it — one sentence at a time!* — Δεν χρειάζεσαι τέλεια αγγλικά για να ξεκινήσεις μια συζήτηση. Τόλμησέ το — μία πρόταση τη φορά!

### 🔎 Μικρή επανάληψη

**go** home · to work · to bed · shopping · for a walk

**go** on holiday · wrong · well · back · for it

**go** → *goes* (he/she/it) · *went* (past) · *gone* (past participle) · *going* (-ing form)

© 2026 MLC Global LTD.Εκπαιδευτικό υλικό με ακαδημαϊκή επιμέλεια καθηγητών MLC και χρήση τεχνητής νοημοσύνης στον σχεδιασμό.

↑