
MLC English Easy-Peasy | Vocabulary B1 | Unit 9 “go”
Μάθε Εύκολα Λεξιλόγιο – Μέτριο Επίπεδο Β1 – Unit 9
Go
Μάθε πώς χρησιμοποιούμε το go σε καθημερινές εκφράσεις και collocations του Unit 9 και εξασκήσου με 20 ασκήσεις.
📘 Θεωρία · ✍️ Εξάσκηση: GO
1. Σύντομη Παρουσίαση Θεωρίας
Το go σημαίνει συνήθως «πηγαίνω», αλλά εμφανίζεται και σε εκφράσεις για δραστηριότητες, αλλαγές και συνέχεια. Σύγκρινε: go home = «πηγαίνω σπίτι», go swimming = «πηγαίνω για κολύμπι» και go wrong = «πηγαίνω στραβά».
GO · Καθημερινότητα και προορισμοί
Για το πού πηγαίνουμε και για καθημερινές συνήθειες.
- go home — πηγαίνω / επιστρέφω στο σπίτι
- go to work — πηγαίνω στη δουλειά
- go to bed — πηγαίνω για ύπνο / στο κρεβάτι
- go to sleep — αποκοιμιέμαι
- go abroad — πηγαίνω στο εξωτερικό
GO · Δραστηριότητες και ελεύθερος χρόνος
Για αγορές, άσκηση, βόλτες και ταξίδια.
- go shopping — πηγαίνω για ψώνια
- go swimming — πηγαίνω για κολύμπι
- go for a walk — πηγαίνω μια βόλτα με τα πόδια
- go on holiday — πηγαίνω διακοπές
- go on a trip — πηγαίνω εκδρομή / ταξίδι
GO · Καταστάσεις και εξέλιξη
Για αλλαγές και για το πώς εξελίσσεται κάτι.
- go wrong — πηγαίνω στραβά / δεν εξελίσσομαι όπως πρέπει
- go bad — χαλάω / αλλοιώνομαι, π.χ. για τρόφιμα
- go missing — χάνομαι / εξαφανίζομαι
- go well — πηγαίνω καλά / εξελίσσομαι επιτυχημένα
- go quiet — σωπαίνω / σταματώ να μιλώ ή να κάνω θόρυβο
GO · Έξοδος, επιστροφή και συνέχεια
Για απλές καθημερινές κινήσεις και ενθάρρυνση.
- go out — βγαίνω έξω, π.χ. για φαγητό ή διασκέδαση
- go back — επιστρέφω / πηγαίνω πίσω
- go on — συνεχίζω
- go ahead — προχωρώ / ξεκινώ, συχνά με άδεια ή ενθάρρυνση
- go for it — το τολμώ / κάνω την προσπάθεια
🇬🇷 GR · Εξήγηση
💬✨ Χρήσιμη Συμβουλή · Smart TIP
Σκέψου το go μέσα σε ολόκληρες φράσεις: go home, go shopping, go for a walk, go on holiday.
Χρήσιμη Συμβουλή: μάθε το GO μαζί με τις λέξεις που ακολουθούν
go to work · home · shopping · for a walk · on holiday
Για πολλές δραστηριότητες αναψυχής χρησιμοποιούμε go + -ing: go swimming, go shopping. Μάθε ξεχωριστά τις φράσεις go for a walk και go on a trip, μαζί με την πρόθεσή τους.
🇬🇷 GR · Εξήγηση
⚠️ Common Mistakes
Πρόσεξε τις φράσεις που συχνά μεταφράζονται κατά λέξη από τα ελληνικά.
- I go to home after work. → I go home after work.
Στη φράση go home δεν βάζουμε to πριν από το home. - We go to shopping on Saturdays. → We go shopping on Saturdays.
Η έκφραση είναι go shopping: go + δραστηριότητα σε -ing, χωρίς to. - She go to work by bus. → She goes to work by bus.
Στον ενεστώτα, με he / she / it, λέμε goes. - Did you went out last night? → Did you go out last night?
Μετά το βοηθητικό did, χρησιμοποιούμε τη βασική μορφή go. - He has went abroad. → He has gone abroad.
Μετά το has / have χρησιμοποιούμε το past participle gone, όχι τον αόριστο went.
📊 Cambridge English Corpus · Πόσο συχνά χρησιμοποιείται το GO;
Στη λίστα The Top 500 Spoken Words του Cambridge English Corpus, η λέξη go βρίσκεται στη θέση #58 ανάμεσα στις 500 συχνότερες λέξεις της προφορικής βορειοαμερικανικής αγγλικής. Η λίστα βασίζεται σε δείγμα 4,5 εκατομμυρίων λέξεων συνομιλίας.
GO #58101–200201–300301–400401–500
Η μπάρα δείχνει τη ζώνη κατάταξης, όχι ποσοστό χρήσης. Η συγκεκριμένη κατάταξη αφορά τη λέξη go στη λίστα του Cambridge English Corpus, όχι το σύνολο όλων των μορφών του ρήματος.
2. Εξάσκηση · GO
Συμπλήρωσε τη σωστή έκφραση ή μορφή του go. Διάλεξε την απάντηση που ταιριάζει στη σημασία και στη γραμματική της πρότασης. Διάλεξε μία επιλογή σε κάθε ερώτηση και πάτησε «Έλεγχος απαντήσεων». Θα δεις όλες τις λύσεις και τις εξηγήσεις στα αγγλικά και στα ελληνικά, ακόμη κι αν έχεις αφήσει ερωτήσεις κενές. Για νέα προσπάθεια πάτησε «Ξεκίνα ξανά».
00:00
1η προσπάθεια · στόχος 10:00
1η φορά: 10 λεπτά · 2η φορά: 5 λεπτά · 3η φορά: 2 λεπτά
Ο χρόνος ξεκινά με την πρώτη απάντηση. Οι χρόνοι είναι στόχοι, όχι όριο.
3. Η φράση που αξίζει να θυμάσαι · “Go for it!”
Μια μικρή φράση για την ώρα που χρειάζεσαι λίγη ενθάρρυνση: go for it! — τόλμησέ το / κάνε την προσπάθεια!
🔎 Μικρή επανάληψη
go home · to work · to bed · shopping · for a walk
go on holiday · wrong · well · back · for it
go → goes (he/she/it) · went (past) · gone (past participle) · going (-ing form)