
MLC English Easy-Peasy | Vocabulary B1 | Unit 5 “do”
Μάθε Εύκολα Λεξιλόγιο – Μέτριο Επίπεδο Β1 – Unit 5
Do
Μάθε πώς χρησιμοποιούμε το do σε καθημερινές εκφράσεις και collocations του Unit 5 και εξασκήσου με 20 ασκήσεις.
📘 Θεωρία · ✍️ Εξάσκηση: DO
1. Σύντομη Παρουσίαση Θεωρίας
Το do σημαίνει συχνά «κάνω» ή «εκτελώ». Χρησιμοποιείται σε πολλές καθημερινές εκφράσεις για εργασίες, υποχρεώσεις και δραστηριότητες. Μάθε το μαζί με τη λέξη που ακολουθεί.
DO · Καθημερινές υποχρεώσεις
Για δουλειές και όσα χρειάζεται να ολοκληρώσουμε.
- do homework — διαβάζω/μελετάω
- do the housework — κάνω τις δουλειές του σπιτιού
- do the dishes — πλένω τα πιάτα
- do the laundry — βάζω πλυντήριο
- do the shopping — κάνω το super market / τα ψώνια
DO · Σπουδές και εργασία
Για δραστηριότητες, δουλειές και επαγγελματικές ενέργειες.
- do a course — παρακολουθώ / κάνω ένα πρόγραμμα σπουδών
- do research — κάνω έρευνα
- do a task — εκτελώ μια εργασία
- do business with someone — συνεργάζομαι / συναλλάσσομαι με κάποιον
- do a good job — κάνω καλή δουλειά
DO · Δραστηριότητες και προσωπική φροντίδα
Για πρακτικές ενέργειες και δραστηριότητες.
- do the cooking — μαγειρεύω
- do the cleaning — καθαρίζω
- do exercise — γυμνάζομαι
- do yoga — κάνω γιόγκα
- do your hair — φτιάχνω τα μαλλιά μου
DO · Χρήσιμες σταθερές εκφράσεις
Ορισμένοι συνδυασμοί μαθαίνονται ως ενιαίες φράσεις.
- do someone a favour — κάνω σε κάποιον μια χάρη
- do your best — κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ
- do well — είμαι καλά / τα πάω κάλα
- do badly — δεν είμαι καλά / δεν πάω κάλά /είμαι χάλια
- do something about it — πρέπει να κάνω κάτι για ….
🇬🇷 GR · Εξήγηση
💬✨ Χρήσιμη Συμβουλή · Smart TIP
Σκέψου το do ως ρήμα για μια δραστηριότητα, εργασία ή υποχρέωση: do homework, do research, do the housework.
Χρήσιμη Συμβουλή: μάθε το DO μαζί με το ουσιαστικό
do the shopping · the dishes · a course · your best
Για αποτέλεσμα που δημιουργούμε, συχνά χρησιμοποιούμε make: make a plan, make a mistake, make progress.
🇬🇷 GR · Εξήγηση
⚠️ Common Mistakes
Πρόσεξε τις φράσεις που συχνά μεταφράζονται κατά λέξη από τα ελληνικά.
- make homework → do homework
Για σχολικές εργασίες χρησιμοποιούμε do. - do a mistake → make a mistake
Η καθιερωμένη έκφραση είναι make a mistake. - He do the shopping. → He does the shopping.
Στον ενεστώτα, με he / she / it, λέμε does. - Did you did the dishes? → Did you do the dishes?
Μετά το did, το κύριο ρήμα μένει στη βασική μορφή. - I have did the laundry. → I have done the laundry.
Μετά το have / has χρησιμοποιούμε το past participle done.
📊 Cambridge English Corpus · Πόσο συχνά χρησιμοποιείται το DO;
Στη λίστα The Top 500 Spoken Words του Cambridge English Corpus, η λέξη do βρίσκεται στη θέση #26 ανάμεσα στις 500 συχνότερες λέξεις της προφορικής βορειοαμερικανικής αγγλικής. Η λίστα βασίζεται σε δείγμα 4,5 εκατομμυρίων λέξεων συνομιλίας.
DO #26101–200201–300301–400401–500
Η μπάρα δείχνει τη ζώνη κατάταξης, όχι ποσοστό χρήσης. Η συγκεκριμένη κατάταξη αφορά τη λέξη do στη λίστα του Cambridge English Corpus.
2. Εξάσκηση · DO
Συμπλήρωσε τη σωστή έκφραση ή μορφή του do. Διάλεξε την απάντηση που ταιριάζει στη σημασία και στη γραμματική της πρότασης. Διάλεξε μία επιλογή σε κάθε ερώτηση και πάτησε «Έλεγχος απαντήσεων». Θα δεις όλες τις λύσεις και τις εξηγήσεις στα αγγλικά και στα ελληνικά, ακόμη κι αν έχεις αφήσει ερωτήσεις κενές. Για νέα προσπάθεια πάτησε «Ξεκίνα ξανά».
00:00
1η προσπάθεια · στόχος 10:00
1η φορά: 10 λεπτά · 2η φορά: 5 λεπτά · 3η φορά: 2 λεπτά
Ο χρόνος ξεκινά με την πρώτη απάντηση. Οι χρόνοι είναι στόχοι, όχι όριο.
3. Η φράση που αξίζει να θυμάσαι · “Do your best”
Μια χρήσιμη φράση για κάθε προσπάθεια: do your best — κάνε ό,τι καλύτερο μπορείς.
🔎 Μικρή επανάληψη
do homework · the housework · the dishes · the laundry · the shopping
do a course · research · a good job · your best · someone a favour
do → does (he/she/it) · did (past) · done (past participle) · doing (-ing form)