
MLC English Easy-Peasy | Vocabulary B1 | Unit 6 “give”
Μάθε Εύκολα Λεξιλόγιο – Μέτριο Επίπεδο Β1 – Unit 6
Give
Μάθε πώς χρησιμοποιούμε το give σε καθημερινές εκφράσεις και collocations του Unit 6 και εξασκήσου με 20 ασκήσεις.
📘 Θεωρία · ✍️ Εξάσκηση: GIVE
1. Σύντομη Παρουσίαση Θεωρίας
Το give σημαίνει συνήθως «δίνω» ή «προσφέρω». Χρησιμοποιείται και σε σταθερές εκφράσεις για βοήθεια, επικοινωνία, πληροφορίες και ευκαιρίες. Μάθε το μαζί με τις λέξεις που ακολουθούν.
GIVE · Καθημερινή επικοινωνία και βοήθεια
Για μικρές πράξεις προσφοράς, επαφής και βοήθειας.
- give someone a present — δίνω / προσφέρω σε κάποιον ένα δώρο
- give someone a hand — βοηθώ κάποιον
- give someone a lift — πηγαίνω κάποιον κάπου με το αυτοκίνητό μου
- give someone a hug — αγκαλιάζω κάποιον
- give someone a call — τηλεφωνώ σε κάποιον
GIVE · Πληροφορίες και εξηγήσεις
Για όσα μοιραζόμαστε ώστε να βοηθήσουμε κάποιον να καταλάβει.
- give advice — δίνω συμβουλές
- give directions — δίνω οδηγίες για το πώς θα φτάσει κάποιος κάπου
- give an explanation — δίνω μια εξήγηση
- give an example — δίνω ένα παράδειγμα
- give information — δίνω πληροφορίες
GIVE · Σπουδές, εργασία και δημόσιος λόγος
Για ομιλίες, παρουσιάσεις και επικοινωνία με ένα κοινό.
- give a talk — κάνω μια ομιλία για ένα θέμα
- give a speech — εκφωνώ μια ομιλία
- give a presentation — κάνω μια παρουσίαση
- give a lesson — παραδίδω ένα μάθημα ως εκπαιδευτικός
- give an interview — παραχωρώ μια συνέντευξη, π.χ. σε δημοσιογράφο
GIVE · Ευκαιρίες, επιλογές και προσπάθεια
Για όσα επιτρέπουμε, προσφέρουμε ή αποφασίζουμε να δοκιμάσουμε.
- give permission — δίνω άδεια / επιτρέπω
- give someone a chance — δίνω σε κάποιον μια ευκαιρία
- give someone a choice — δίνω σε κάποιον τη δυνατότητα επιλογής
- give someone time — δίνω σε κάποιον χρόνο
- give something a try — δοκιμάζω κάτι / κάνω μια προσπάθεια
🇬🇷 GR · Εξήγηση
💬✨ Χρήσιμη Συμβουλή · Smart TIP
Σκέψου το give μαζί με αυτό που προσφέρεις: give advice, give a presentation, give someone a chance.
Χρήσιμη Συμβουλή: μάθε το GIVE μαζί με το ουσιαστικό
give advice · an example · a presentation · someone a chance
Με αντικείμενα, θυμήσου τις δύο συνηθισμένες σειρές: give someone something — Give Anna the book. ή give something to someone — Give the book to Anna.
🇬🇷 GR · Εξήγηση
⚠️ Common Mistakes
Πρόσεξε τις φράσεις που συχνά μεταφράζονται κατά λέξη από τα ελληνικά.
- give an advice → give some advice
Το advice είναι μη μετρήσιμο: λέμε some advice ή a piece of advice. - Give the book me. → Give me the book. / Give the book to me.
Βάλε πρώτα το πρόσωπο ή χρησιμοποίησε to πριν από αυτό. - He give good advice. → He gives good advice.
Στον ενεστώτα, με he / she / it, λέμε gives. - Did you gave her a call? → Did you give her a call?
Μετά το βοηθητικό did, χρησιμοποιούμε τη βασική μορφή give. - I have gave a presentation. → I have given a presentation.
Μετά το have / has χρησιμοποιούμε το past participle given.
📊 Cambridge English Corpus · Πόσο συχνά χρησιμοποιείται το GIVE;
Στη λίστα The Top 500 Spoken Words του Cambridge English Corpus, η λέξη give βρίσκεται στη θέση #222 ανάμεσα στις 500 συχνότερες λέξεις της προφορικής βορειοαμερικανικής αγγλικής. Η λίστα βασίζεται σε δείγμα 4,5 εκατομμυρίων λέξεων συνομιλίας.
GIVE #222301–400401–500
Η μπάρα δείχνει τη ζώνη κατάταξης, όχι ποσοστό χρήσης. Η συγκεκριμένη κατάταξη αφορά τη λέξη give στη λίστα του Cambridge English Corpus, όχι το σύνολο όλων των μορφών του ρήματος.
2. Εξάσκηση · GIVE
Συμπλήρωσε τη σωστή έκφραση ή μορφή του give. Διάλεξε την απάντηση που ταιριάζει στη σημασία και στη γραμματική της πρότασης. Διάλεξε μία επιλογή σε κάθε ερώτηση και πάτησε «Έλεγχος απαντήσεων». Θα δεις όλες τις λύσεις και τις εξηγήσεις στα αγγλικά και στα ελληνικά, ακόμη κι αν έχεις αφήσει ερωτήσεις κενές. Για νέα προσπάθεια πάτησε «Ξεκίνα ξανά».
00:00
1η προσπάθεια · στόχος 10:00
1η φορά: 10 λεπτά · 2η φορά: 5 λεπτά · 3η φορά: 2 λεπτά
Ο χρόνος ξεκινά με την πρώτη απάντηση. Οι χρόνοι είναι στόχοι, όχι όριο.
3. Η φράση που αξίζει να θυμάσαι · “Give it a try”
Μια χρήσιμη φράση όταν ξεκινάς κάτι καινούριο: give it a try — δοκίμασέ το / κάνε μια προσπάθεια.
🔎 Μικρή επανάληψη
give someone a present · a hand · a lift · a hug · a call
give advice · directions · an example · a presentation · something a try
give → gives (he/she/it) · gave (past) · given (past participle) · giving (-ing form)